Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El reformador
01
μεταρρυθμιστής
una persona que trabaja para cambiar y mejorar un sistema, institución o práctica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reformadores
Παραδείγματα
El reformador propuso cambios en el sistema educativo.
Ο μεταρρυθμιστής πρότεινε αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα.



























