Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reflexionar
[past form: reflexioné][present form: reflexiono]
01
αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά
pensar con atención y profundidad sobre algo
Παραδείγματα
El profesor nos pidió reflexionar sobre el tema.
Ο δάσκαλος μας ζήτησε να αναλογιστούμε το θέμα.



























