reflexionar
Pronunciation
/rˌefleksjonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reflexionar"στα ισπανικά

reflexionar
01

αναλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά

pensar con atención y profundidad sobre algo
reflexionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reflexiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
reflexiona
ενεστώτα μετοχή
reflexionando
απλός αόριστος
reflexioné
παθητική μετοχή
reflexionado
Παραδείγματα
El profesor nos pidió reflexionar sobre el tema.
Ο δάσκαλος μας ζήτησε να αναλογιστούμε το θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store