Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reembolsar
01
αποζημιώνω, επιστρέφω
devolver dinero a alguien que lo ha gastado o pagado por un servicio o producto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reembolso
γ΄ ενικό πρόσωπο
reembolsa
ενεστώτα μετοχή
reembolsando
απλός αόριστος
reembolsó
παθητική μετοχή
reembolsado
Παραδείγματα
La empresa reembolsará los gastos de viaje.
Η εταιρεία θα επιστρέψει τα έξοδα ταξιδιού.



























