Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refrendar
01
αντιυπογράφω, επιβεβαιώνω
firmar un documento ya firmado por otra autoridad para darle validez oficial o confirmarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refrendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
refrenda
ενεστώτα μετοχή
refrendando
απλός αόριστος
refrendó
παθητική μετοχή
refrendado
Παραδείγματα
El secretario refrendó la firma del director en el certificado.
Ο γραμματέας επικύρωσε την υπογραφή του διευθυντή στο πιστοποιητικό.



























