Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refrendar
01
αντιυπογράφω, επιβεβαιώνω
firmar un documento ya firmado por otra autoridad para darle validez oficial o confirmarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refrendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
refrenda
ενεστώτα μετοχή
refrendando
απλός αόριστος
refrendó
παθητική μετοχή
refrendado
Παραδείγματα
La ley requiere que un médico refrende ciertas decisiones de los familiares.
Ο νόμος απαιτεί ένας γιατρός να επιβεβαιώνει ορισμένες αποφάσεις των μελών της οικογένειας.



























