Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El activismo
01
ακτιβισμός
el uso de acción directa y pública para lograr un cambio político o social
Παραδείγματα
El activismo sindical lucha por mejores salarios.
Ο συνδικαλιστικός ακτιβισμός αγωνίζεται για καλύτερους μισθούς.



























