Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El activismo
01
ακτιβισμός
el uso de acción directa y pública para lograr un cambio político o social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su activismo se enfoca en los derechos ambientales.
Ο ακτιβισμός του επικεντρώνεται στα περιβαλλοντικά δικαιώματα.



























