Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mercado común
01
κοινή αγορά, τελωνειακή ένωση
un acuerdo entre países para eliminar barreras al comercio y movimiento de factores productivos
Παραδείγματα
La región busca crear un mercado común.
Η περιοχή επιδιώκει να δημιουργήσει μια κοινή αγορά.



























