Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mentalidad
01
νοοτροπία,νοοτροπία, طرز فکر
forma de pensar o actitud de una persona o grupo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mentalidades



























