la distensión
Pronunciation
/dˌistɛnsjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "distensión"στα ισπανικά

La distensión
01

χαλάρωση, ανακούφιση

el alivio de la tensión o hostilidad en las relaciones internacionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La distensión terminó con la nueva crisis.
Η χαλάρωση τελείωσε με τη νέα κρίση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store