Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La distensión
01
χαλάρωση, ανακούφιση
el alivio de la tensión o hostilidad en las relaciones internacionales
Παραδείγματα
La distensión terminó con la nueva crisis.
Η χαλάρωση τελείωσε με τη νέα κρίση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χαλάρωση, ανακούφιση