el distribuidor
Pronunciation
/dˌistɾiβwiðˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "distribuidor"στα ισπανικά

El distribuidor
[gender: masculine]
01

διανομέας

persona o empresa que reparte o entrega productos a tiendas o consumidores
el distribuidor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
distribuidores
Παραδείγματα
La red de distribuidores cubre todo el país.
Το δίκτυο διανομέων καλύπτει όλη τη χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store