Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distanciar
01
απομακρύνομαι
alejarse emocional o afectivamente de alguien, especialmente en una relación
Παραδείγματα
Con el tiempo, ellos empezaron a distanciarse.
Με το πέρασμα του χρόνου, άρχισαν να απομακρύνονται.
02
απομακρύνω, διαστάσσω
alejar física o emocionalmente a alguien o algo; crear separación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
distancio
γ΄ ενικό πρόσωπο
distanciar
ενεστώτα μετοχή
distanciando
απλός αόριστος
distanció
παθητική μετοχή
distanciado
Παραδείγματα
Decidieron distanciar a los niños de la discusión.
Αποφάσισαν να απομακρύνουν τα παιδιά από τη συζήτηση.



























