Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El poder legislativo
01
νομοθετική εξουσία, νομοθετικός κλάδος
la rama del gobierno que hace, debate y aprueba las leyes
Παραδείγματα
El poder legislativo puede rechazar una ley.
Η νομοθετική εξουσία μπορεί να απορρίψει έναν νόμο.



























