la poesía
poes
ˈpoesi
poesi
ía
a
a
ironíautopíaaporíaavería

Ορισμός και σημασία του "poesía"στα ισπανικά

01

ποίηση

arte de expresar sentimientos y ideas con versos y ritmo 
la poesía definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poesías
Παραδείγματα
Me gusta leer poesía en mi tiempo libre. 

Μου αρέσει να διαβάζω ποίηση στον ελεύθερο χρόνο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store