Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
podrido
01
σαπρός, χαλασμένος
que está descompuesto o en mal estado por el paso del tiempo o la acción de bacterias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más podrido
συγκριτικός βαθμός
más podrido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
podrido
αρσενικό πληθυντικό
podridos
θηλυκό ενικό
podrida
θηλυκό πληθυντικό
podridas
Παραδείγματα
El pescado estaba podrido cuando lo compré.
Το ψάρι ήταν σαπίσμενο όταν το αγόρασα.



























