reclutar
Pronunciation
/rˌeklutˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reclutar"στα ισπανικά

reclutar
01

προσλαμβάνω, στρατολογώ

inscribir o incorporar a una persona para un trabajo, una organización o las fuerzas armadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
recluto
γ΄ ενικό πρόσωπο
recluta
ενεστώτα μετοχή
reclutando
απλός αόριστος
reclutó
παθητική μετοχή
reclutado
Παραδείγματα
Reclutaron expertos en tecnología.
Προσέλαβαν ειδικούς στην τεχνολογία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store