Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La redada
01
επιδρομή, έφοδος
una operación policial sorpresa en la que se allana un lugar y se realizan múltiples arrestos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
redadas
Παραδείγματα
La redada policial fue al amanecer.
Η αστυνομική επιχείρηση έγινε την αυγή.
Λεξικό Δέντρο
redada
dada



























