Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
redactar
01
συντάσσω
poner por escrito un documento formal, como un contrato, una ley, un informe o una carta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
redacto
γ΄ ενικό πρόσωπο
redacta
ενεστώτα μετοχή
redactando
απλός αόριστος
redactó
παθητική μετοχή
redactado
Παραδείγματα
El abogado se encargó de redactar el contrato de compraventa.
Ο δικηγόρος ανέλαβε να συντάξει τη σύμβαση πώλησης.



























