Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La validez
01
εγκυρότητα, νομιμότητα
la cualidad de ser legalmente o oficialmente aceptable, o de estar bien fundamentado en lógica o hechos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Comprobamos la validez del pasaporte.
Ελέγχουμε την εγκυρότητα του διαβατηρίου.



























