Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La validación
01
επικύρωση, επιβεβαίωση
el acto o proceso de confirmar que algo es válido, correcto o oficial
Παραδείγματα
El certificado sirve como validación.
Το πιστοποιητικό λειτουργεί ως επικύρωση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επικύρωση, επιβεβαίωση