Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La realización
01
πραγμάτωση, εκπλήρωση
la sensación de satisfacción y logro que proviene de alcanzar el potencial, los objetivos o los deseos personales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La realización personal es más importante que el éxito material.
Η αυτοπραγμάτωση είναι πιο σημαντική από την υλική επιτυχία.
02
πραγματοποίηση, παραγωγή
proceso de creación y producción de una obra audiovisual o escénica
Παραδείγματα
La realización de la película duró tres años.
Η υλοποίηση της ταινίας διήρκεσε τρία χρόνια.
LanGeek



























