Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La realización
01
πραγμάτωση, εκπλήρωση
la sensación de satisfacción y logro que proviene de alcanzar el potencial, los objetivos o los deseos personales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Para muchos, la familia es una fuente principal de realización.
Για πολλούς, η οικογένεια είναι μια κύρια πηγή πραγμάτωσης.
02
πραγματοποίηση, παραγωγή
proceso de creación y producción de una obra audiovisual o escénica
Παραδείγματα
Participó en la realización de varias obras teatrales.
Συμμετείχε στην παραγωγή πολλών θεατρικών έργων.



























