Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rebajado
01
εκπτωτικό, μειωμένο
que tiene un precio reducido respecto al original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rebajado
συγκριτικός βαθμός
más rebajado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rebajado
αρσενικό πληθυντικό
rebajados
θηλυκό ενικό
rebajada
θηλυκό πληθυντικό
rebajadas
Παραδείγματα
Compraron muebles rebajados para la oficina.
Αγόρασαν εκπτωτικά έπιπλα για το γραφείο.



























