Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realzar
01
τονίζω
dar mayor importancia o énfasis a algo al expresarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
realzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
realza
ενεστώτα μετοχή
realzando
απλός αόριστος
realzó
παθητική μετοχή
realzado
Παραδείγματα
Realzó las ventajas del nuevo sistema.
Τόνισε τα πλεονεκτήματα του νέου συστήματος.



























