Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La realidad
[gender: feminine]
01
πραγματικότητα, πραγματικότητα
lo que existe o sucede de manera verdadera y concreta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
realidades
Παραδείγματα
En la realidad cotidiana, todo es más complicado.
Στην καθημερινή πραγματικότητα, όλα είναι πιο περίπλοκα.
Λεξικό Δέντρο
realidad
alidad



























