Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La realidad
[gender: feminine]
01
πραγματικότητα, πραγματικότητα
lo que existe o sucede de manera verdadera y concreta
Παραδείγματα
En la realidad cotidiana, todo es más complicado.
Στην καθημερινή πραγματικότητα, όλα είναι πιο περίπλοκα.



























