Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cofirmar
01
συνυπογράφω
firmar un documento legal, como un contrato o un préstamo, junto con otra persona, asumiendo responsabilidad conjunta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cofirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cofirma
ενεστώτα μετοχή
cofirmando
απλός αόριστος
cofirmó
παθητική μετοχή
cofirmado
Παραδείγματα
Ambos socios deben cofirmar los cheques de la empresa.
Και οι δύο εταίροι πρέπει να συνυπογράψουν τις επιταγές της εταιρείας.



























