cofirmar
co
ˌko
ko
fir
fiɾ
fir
mar
ˈmaɾ
mar
confirmar

Ορισμός και σημασία του "cofirmar"στα ισπανικά

cofirmar
01

συνυπογράφω

firmar un documento legal, como un contrato o un préstamo, junto con otra persona, asumiendo responsabilidad conjunta 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cofirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cofirma
ενεστώτα μετοχή
cofirmando
απλός αόριστος
cofirmó
παθητική μετοχή
cofirmado
Παραδείγματα
Ambos socios deben cofirmar los cheques de la empresa. 

Και οι δύο εταίροι πρέπει να συνυπογράψουν τις επιταγές της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store