Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cohabitar
01
συνυπάρχω
vivir juntos dos personas en pareja sin estar casadas, compartiendo un hogar y responsabilidades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cohabito
γ΄ ενικό πρόσωπο
cohabita
ενεστώτα μετοχή
cohabitando
απλός αόριστος
cohabitó
παθητική μετοχή
cohabitado
Παραδείγματα
Juan y María decidieron cohabitar antes del matrimonio.
Ο Χουάν και η Μαρία αποφάσισαν να συνυπάρξουν πριν από τον γάμο.



























