Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La judicatura
01
το σύνολο των δικαστών και των δικαστών που ασκούν τη δικαστική λειτουργία, η καριέρα ή το επάγγελμα του δικαστή
el conjunto de jueces y magistrados que ejercen la función judicial; la carrera o profesión de juez
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La carrera en la judicatura exige una gran preparación y ética.
Η καριέρα στην δικαιοσύνη απαιτεί μεγάλη προετοιμασία και ηθική.



























