la judicatura
Pronunciation
/xˌuðikatˈuɾa/

Ορισμός και σημασία του "judicatura"στα ισπανικά

01

το σύνολο των δικαστών και των δικαστών που ασκούν τη δικαστική λειτουργία, η καριέρα ή το επάγγελμα του δικαστή

el conjunto de jueces y magistrados que ejercen la función judicial; la carrera o profesión de juez
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La carrera en la judicatura exige una gran preparación y ética.
Η καριέρα στην δικαιοσύνη απαιτεί μεγάλη προετοιμασία και ηθική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store