Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
judicial
01
δικαστικός
relacionado con los tribunales de justicia, los jueces o la administración de la ley
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
judicial
αρσενικό πληθυντικό
judiciales
θηλυκό ενικό
judicial
θηλυκό πληθυντικό
judiciales
El judicial
01
δικαστική αστυνομία, πράκτορας δικαστικής αστυνομίας
un agente de policía que actúa bajo las órdenes directas de un juez o fiscal en investigaciones penales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
judiciales
Παραδείγματα
El judicial tomó declaración a los testigos.
Ο δικαστικός πήρε δηλώσεις από τους μάρτυρες.
Λεξικό Δέντρο
judicial
judge



























