Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jubilar
01
συνταξιοδοτώ, αποσύρομαι
dejar de trabajar por haber alcanzado la edad o por razones de salud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
jubilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
jubila
ενεστώτα μετοχή
jubilando
απλός αόριστος
me jubilé
παθητική μετοχή
jubilado
Παραδείγματα
Mi abuelo se jubiló a los 65 años.
Ο παππούς μου συνταξιοδοτήθηκε στα 65 του χρόνια.



























