Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cachear
01
αναζητώ
palpar o revisar el cuerpo de una persona, especialmente por la policía, para buscar armas u objetos ocultos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cacheo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cachea
ενεστώτα μετοχή
cacheando
απλός αόριστος
cacheó
παθητική μετοχή
cacheado
Παραδείγματα
El agente de seguridad va a cachear a todos los que entren al edificio.
Ο πράκτορας ασφαλείας θα επιθεωρήσει όλους όσους μπαίνουν στο κτίριο.



























