la cacerola
ca
ka
κα
ce
θe
θε
ro
ˈɾo
ρο
la
la
λα
caracolaescayolapistolacarambola

Ορισμός και σημασία του "cacerola"στα ισπανικά

01

κατσαρόλα, τσουκάλι

recipiente profundo con asas y tapa para cocinar alimentos 
la cacerola definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cacerolas
Παραδείγματα
Puse agua en la cacerola para hervirla. 

Έβαλα νερό στην κατσαρόλα για να το βράσω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store