Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la libertad condicional
/lˌiβɛɾtˈad kˌɔndiθjonˈal/
La libertad condicional
01
υπό όρους αποφυλάκιση, δοκιμαστική περίοδος
la liberación anticipada de un preso bajo ciertas reglas y supervisión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Está en libertad condicional y no puede salir de la ciudad.
Βρίσκεται σε υπό όρους αποφυλάκιση και δεν μπορεί να εγκαταλείψει την πόλη.



























