el libelo
libelo

Ορισμός και σημασία του "libelo"στα ισπανικά

01

συκοφαντικό κείμενο, δυσφημιστικό γραπτό

una declaración escrita falsa y maliciosa que daña la reputación de una persona 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
libelos
Παραδείγματα
El artículo constituía un claro libelo contra la empresa y sus directivos. 

Το άρθρο αποτελούσε σαφή συκοφαντία κατά της εταιρείας και των διευθυντών της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store