Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penalizar
01
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
imponer una pena o sanción a alguien por una infracción o delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
penalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
penaliza
ενεστώτα μετοχή
penalizando
απλός αόριστος
penalizó
παθητική μετοχή
penalizado
Παραδείγματα
La ley penaliza la conducción bajo los efectos del alcohol.
Ο νόμος τιμωρεί την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ.



























