Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penalizar
01
τιμωρώ, επιβάλλω ποινή
imponer una pena o sanción a alguien por una infracción o delito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
penalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
penaliza
ενεστώτα μετοχή
penalizando
απλός αόριστος
penalizó
παθητική μετοχή
penalizado
Παραδείγματα
Penalizarán a la empresa con una multa millonaria.
Θα τιμωρήσουν την εταιρεία με πρόστιμο ενός εκατομμυρίου δολαρίων.



























