Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El recluso
01
φυλακισμένος, κρατούμενος
una persona que está confinada en una institución como una prisión o un manicomio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reclusos
Παραδείγματα
Los reclusos hacen ejercicio en el patio una hora al día.
Οι κρατούμενοι ασκούνται στην αυλή μία ώρα την ημέρα.



























