el saqueador
sa
ˌsa
sa
quea
kea
kea
dor
ˈðɔɾ
dhawr
recogedorcolocadorexpositorcantautor

Ορισμός και σημασία του "saqueador"στα ισπανικά

01

λεηλάτης, κλέφτης

una persona que roba bienes durante un disturbio, desastre o conflicto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
saqueadores
αρσενικό ενικό
saqueador
θηλυκό ενικό
saqueadora
neutral form
saqueador/a
Παραδείγματα
Los saqueadores entraron a las tiendas después del terremoto. 

Οι λεηλάτες μπήκαν στα καταστήματα μετά τον σεισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store