el saqueo
sa
sa
σα
queo
ˈkeo
κεο
empleocacheocorreosorteo

Ορισμός και σημασία του "saqueo"στα ισπανικά

01

ληστεία, λεηλασία

el acto de robar bienes de un lugar de manera violenta y destructiva 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
saqueos
Παραδείγματα
Hubo un saqueo masivo de tiendas después de la protesta. 

Υπήρξε μαζική ληστεία καταστημάτων μετά τη διαδήλωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store