saquear
Pronunciation
/sˌakeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "saquear"στα ισπανικά

saquear
01

λεηλατώ, κυριεύω

robar bienes de un lugar de manera violenta y destructiva, especialmente durante un conflicto o desastre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
saqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
saquea
ενεστώτα μετοχή
saqueando
απλός αόριστος
saqueó
παθητική μετοχή
saqueado
Παραδείγματα
La ley castiga duramente a quienes saquean durante una crisis.
Ο νόμος τιμωρεί αυστηρά όσους λεηλατούν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store