saquear
sa
ˌsa
sa
quear
ˈkeaɾ
kear
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "saquear"στα ισπανικά

saquear
01

λεηλατώ, κυριεύω

robar bienes de un lugar de manera violenta y destructiva, especialmente durante un conflicto o desastre 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
saqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
saquea
ενεστώτα μετοχή
saqueando
απλός αόριστος
saqueó
παθητική μετοχή
saqueado
Παραδείγματα
Los invasores empezaron a saquear las casas del pueblo. 

Οι εισβολείς άρχισαν να ληστεύουν τα σπίτια στο χωριό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store