Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
saquear
01
λεηλατώ, κυριεύω
robar bienes de un lugar de manera violenta y destructiva, especialmente durante un conflicto o desastre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
saqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
saquea
ενεστώτα μετοχή
saqueando
απλός αόριστος
saqueó
παθητική μετοχή
saqueado
Παραδείγματα
La ley castiga duramente a quienes saquean durante una crisis.
Ο νόμος τιμωρεί αυστηρά όσους λεηλατούν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.



























