el vándalo
ván
ˈban
ban
da
da
da
lo
lo
lo
escándalo

Ορισμός και σημασία του "vándalo"στα ισπανικά

01

βάνδαλος, καταστροφέας

una persona que destruye o daña propiedades públicas o ajenas deliberadamente 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vándalos
Παραδείγματα
Los vándalos rompieron las ventanas del autobús. 

Οι βάνδαλοι έσπασαν τα παράθυρα του λεωφορείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store