Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La víctima
01
θύμα
persona que sufre daño, perjuicio o daño por un accidente, crimen o desastre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
víctimas
Παραδείγματα
La víctima fue trasladada al hospital después del accidente.
Το θύμα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο μετά το ατύχημα.



























