Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vulnerar
01
παραβιάζω, παραβαίνω
romper o no respetar una ley, norma o derecho
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vulnero
γ΄ ενικό πρόσωπο
vulnera
ενεστώτα μετοχή
vulnerando
απλός αόριστος
vulneré
παθητική μετοχή
vulnerado
Παραδείγματα
No se debe vulnerar la privacidad de las personas.
Δεν πρέπει να παραβιάζεται η ιδιωτικότητα των ατόμων.
02
παραβιάζω, βλάπτω
romper, infringir o afectar negativamente una norma, derecho o principio
Παραδείγματα
La decisión vulnera los derechos fundamentales.
Η απόφαση παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα.



























