Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vulnerar
01
παραβιάζω, παραβαίνω
romper o no respetar una ley, norma o derecho
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vulnero
γ΄ ενικό πρόσωπο
vulnera
ενεστώτα μετοχή
vulnerando
απλός αόριστος
vulneré
παθητική μετοχή
vulnerado
Παραδείγματα
Vulnerar la propiedad intelectual es un delito.
Το vulnerar της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι έγκλημα.
02
παραβιάζω, βλάπτω
romper, infringir o afectar negativamente una norma, derecho o principio
Παραδείγματα
Esa acción vulnera los principios éticos básicos.
Αυτή η ενέργεια παραβιάζει τις βασικές ηθικές αρχές.



























