vulnerar
vul
bul
bool
ne
ne
ne
rar
ˈɾaɾ
rar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "vulnerar"στα ισπανικά

vulnerar
01

παραβιάζω, παραβαίνω

romper o no respetar una ley, norma o derecho 
vulnerar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vulnero
γ΄ ενικό πρόσωπο
vulnera
ενεστώτα μετοχή
vulnerando
απλός αόριστος
vulneré
παθητική μετοχή
vulnerado
Παραδείγματα
No se debe vulnerar la privacidad de las personas. 

Δεν πρέπει να παραβιάζεται η ιδιωτικότητα των ατόμων.

02

παραβιάζω, βλάπτω

romper, infringir o afectar negativamente una norma, derecho o principio 
Παραδείγματα
La decisión vulnera los derechos fundamentales. 

Η απόφαση παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store