Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pirómano
01
πυρομανής, εμπρηστής
una persona con un impulso patológico a provocar incendios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pirómanos
Παραδείγματα
Un pirómano provocó el incendio en la escuela vacía.
Ένας πυρομανής προκάλεσε τη φωτιά στο άδειο σχολείο.



























