el pirlán
pi
pi
pi
rlán
ˈɾlan
rlan
alazándesvánalemánfaisán

Ορισμός και σημασία του "pirlán"στα ισπανικά

01

η στρογγυλεμένη άκρη, η προεξοχή

el borde redondeado o saliente de un escalón 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pirlanes
Παραδείγματα
El carpintero reparó el pirlán de madera que estaba astillado. 

Ο ξυλουργός επισκεύασε το ξύλινο πίρλαν που είχε σπάσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store