Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pirámide
01
πυραμίδα, πυραμίδα
figura geométrica con una base y caras triangulares que se unen en un vértice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pirámides
Παραδείγματα
Aprendimos a calcular el volumen de una pirámide.
Μάθαμε πώς να υπολογίζουμε τον όγκο μιας πυραμίδας.



























