Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piratear
01
αντιγράφω ή διανέμω παράνομα υλικό προστατευμένο από πνευματικά δικαιώματα, πειρατεύω
copiar o distribuir ilegalmente material protegido por derechos de autor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pirateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
piratea
ενεστώτα μετοχή
pirateando
απλός αόριστος
pirateó
παθητική μετοχή
pirateado
Παραδείγματα
No debes piratear películas o música.
Δεν πρέπει να πειρατεύεις ταινίες ή μουσική.



























