piratear
pi
ˌpi
pi
ra
ɾa
ra
tear
ˈteaɾ
tear
picotear

Ορισμός και σημασία του "piratear"στα ισπανικά

piratear
01

αντιγράφω ή διανέμω παράνομα υλικό προστατευμένο από πνευματικά δικαιώματα, πειρατεύω

copiar o distribuir ilegalmente material protegido por derechos de autor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pirateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
piratea
ενεστώτα μετοχή
pirateando
απλός αόριστος
pirateó
παθητική μετοχή
pirateado
Παραδείγματα
No debes piratear películas o música. 

Δεν πρέπει να πειρατεύεις ταινίες ή μουσική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store