Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afanar
01
κλέβω, αρπάζω
robar o tomar algo de manera rápida y oportunista
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
afano
γ΄ ενικό πρόσωπο
afana
ενεστώτα μετοχή
afanando
απλός αόριστος
afanó
παθητική μετοχή
afanado
Παραδείγματα
Alguien le afanó el móvil de la mesa del café.
Κάποιος του έκλεψε το κινητό τηλέφωνο από το τραπέζι του καφέ.



























