Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afanar
01
κλέβω, αρπάζω
robar o tomar algo de manera rápida y oportunista
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
afano
γ΄ ενικό πρόσωπο
afana
ενεστώτα μετοχή
afanando
απλός αόριστος
afanó
παθητική μετοχή
afanado
Παραδείγματα
En la playa, a veces afanan las toallas si las dejas solas.
Στην παραλία, μερικές φορές αφανάρ τις πετσέτες αν τις αφήσεις μόνες τους.



























