Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El timo
01
απάτη
un engaño o estafa, especialmente uno astuto y bien planeado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
timos
Παραδείγματα
El ofrecimiento de trabajo en el extranjero resultó ser un timo.
Η προσφορά εργασίας στο εξωτερικό αποδείχθηκε απάτη.



























