Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
averiar
01
χαλάω, παθαίνω βλάβη
dejar de funcionar un vehículo o máquina de forma repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
averío
γ΄ ενικό πρόσωπο
avería
ενεστώτα μετοχή
averiando
απλός αόριστος
averió
παθητική μετοχή
averiado
Παραδείγματα
¿ Qué hacer si tu coche se avería en un túnel?
Τι να κάνετε αν το αυτοκίνητό σας χαλάσει σε μια σήραγγα ;



























