Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El protector
01
προστατευτικό μαξιλαράκι, απορροφητικό μαξιλαράκι
una pieza acolchada que se usa sobre el cuerpo para amortiguar golpes y prevenir lesiones durante la práctica deportiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
protectores
Παραδείγματα
El material del protector absorbe el impacto de los golpes.
Το υλικό του προστατευτικού απορροφά την κρούση των χτυπημάτων.
protector
01
προστατευτικός
que protege a alguien o algo de peligros o daños
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más protector
συγκριτικός βαθμός
más protector
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
protector
αρσενικό πληθυντικό
protectores
θηλυκό ενικό
protectora
θηλυκό πληθυντικό
protectoras
Παραδείγματα
Los padres suelen ser muy protectores con sus hijos.
Οι γονείς είναι συνήθως πολύ προστατευτικοί με τα παιδιά τους.
Λεξικό Δέντρο
protector
protect



























