Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asistir como oyente
/ˌasistˈiɾ kˌomo ojjˈɛnte/
asistir como oyente
01
παρακολουθώ ως ακροατής, συμμετέχω ως ακροατής
asistir a una clase universitaria de forma oficial sin recibir una calificación ni crédito académico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
asisto como oyente
γ΄ ενικό πρόσωπο
asiste como oyente
ενεστώτα μετοχή
asistiendo como oyente
απλός αόριστος
asistió como oyente
παθητική μετοχή
asistido como oyente
Παραδείγματα
No tenía los prerrequisitos, así que solo pudo asistir como oyente.
Δεν είχε τις προϋποθέσεις, οπότε μπορούσε μόνο να παρακολουθήσει ως ακροατής.



























