Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asistir como oyente
01
παρακολουθώ ως ακροατής, συμμετέχω ως ακροατής
asistir a una clase universitaria de forma oficial sin recibir una calificación ni crédito académico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
asisto como oyente
γ΄ ενικό πρόσωπο
asiste como oyente
ενεστώτα μετοχή
asistiendo como oyente
απλός αόριστος
asistió como oyente
παθητική μετοχή
asistido como oyente
Παραδείγματα
Mi abuelo decidió asistir como oyente a un curso de historia del arte.
Ο παππούς μου αποφάσισε να παρακολουθήσει ως ακροατής ένα μάθημα ιστορίας της τέχνης.



























